συνδιοίκηση

συνδιοίκηση
[-ις (-εως)] η совместное управление

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "συνδιοίκηση" в других словарях:

  • συνδιοίκηση — η, Ν [συνδιοικώ] 1. διοίκηση που ασκείται από κοινού 2. (κοινων.) καθεμιά από τις διάφορες μορφές συμμετοχής τών εργαζομένων στη διοίκηση και διαχείριση τών επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»